Το «Στα 200 π.Χ.» του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη δεν είναι ένα ποίημα ιστορικής αναπαράστασης με τη στενή έννοια. Είναι μια ποιητική άσκηση πολιτικής μνήμης: με αφετηρία μια επιγραφή που συνδέεται με τη νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Γρανικό, ο ποιητής κατασκευάζει τη φωνή ενός Έλληνα του ελληνιστικού κόσμου. Ο δραματικός ομιλητής κοιτάζει προς τα γεγονότα του 334 π.Χ. από την απόσταση περίπου 134 ετών και αποτιμά όχι μόνο μια στρατιωτική εκστρατεία, αλλά τις συνέπειές της στη γεωγραφία, στη γλώσσα και στην πολιτική συνείδηση του Ελληνισμού.
Το χειρόγραφο του ποιήματος φέρει ημερομηνία 10 Σεπτεμβρίου 1931 και το έργο δημοσιεύθηκε την ίδια χρονιά. Η συχνά επαναλαμβανόμενη περιγραφή του ως «προτελευταίου δημοσιευμένου ποιήματος» χρειάζεται προσοχή, καθώς η χρονολόγηση της δημοσίευσης τεκμηριώνεται σαφώς, όχι όμως κατ’ ανάγκην αυτή η απόλυτη κατάταξη.
Δείτε τη σχετική ανάλυσή μας
Η επιγραφή ως πολιτικό σύμβολο
Στον πυρήνα του ποιήματος βρίσκεται η γνωστή διατύπωση «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων». Σύμφωνα με τον Αρριανό, μετά τον Γρανικό ο Αλέξανδρος απέστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες ως ανάθημα στην Αθηνά, συνοδευόμενες από επιγραφή η οποία εξαιρούσε τους Λακεδαιμονίους.
Η ιστορική ακρίβεια εδώ έχει σημασία. Η αρχαία πηγή αναφέρεται σε αφιέρωμα στην Αθηνά στην Ακρόπολη και όχι κατ’ ανάγκην σε έκθεση των λαφύρων μέσα στον Παρθενώνα. Επίσης, η επιγραφή δεν αποτελεί απλώς καταγραφή μιας μάχης. Συμπυκνώνει τη νομιμοποιητική γλώσσα της εκστρατείας: ο Αλέξανδρος παρουσιαζόταν ως επικεφαλής μιας πανελλήνιας επιχείρησης εναντίον της περσικής ισχύος, ενώ η Σπάρτη καταγραφόταν ως πολιτικά απούσα από αυτήν.
Ο Καβάφης αξιοποιεί ακριβώς αυτή την εξαίρεση. Δεν ενδιαφέρεται να συντάξει κατηγορητήριο κατά της Σπάρτης ούτε να επαναλάβει έναν απλοϊκό διχασμό ανάμεσα σε «πατριώτες» και «απόντες». Η ειρωνεία του προκύπτει από τη σύγκρουση δύο λογικών: από τη μία, η προσήλωση μιας πόλης στο ιδιαίτερο κύρος και στην αυτονομία της· από την άλλη, η ιστορική πραγματικότητα μιας εκστρατείας που παρήγαγε έναν πολύ ευρύτερο κόσμο.
Η Σπάρτη δεν ήταν απλώς αδιάφορη
Η Σπάρτη δεν εντάχθηκε στη συμμαχική δομή που συγκρότησε η Μακεδονία για την εκστρατεία στην Ασία. Ωστόσο, η αιτιολόγηση ότι αρνήθηκε επειδή δεν θα κατείχε η ίδια την ηγεσία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απολύτως τεκμηριωμένο, μοναδικό ιστορικό κίνητρο. Πρόκειται για ερμηνεία που ταιριάζει στην καβαφική δραματουργία και στη μακρά σπαρτιατική παράδοση αυτοτελούς πολιτικής παρουσίας.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι η Σπάρτη δεν περιορίστηκε σε παθητική ουδετερότητα. Το 331 π.Χ., ενώ ο Αλέξανδρος επιχειρούσε στην Ανατολή, ο βασιλιάς Άγις Γ΄ κινήθηκε κατά της μακεδονικής επικυριαρχίας. Η εξέγερση κατέληξε στην ήττα των Σπαρτιατών στη Μεγαλόπολη. Επομένως, το «πλην Λακεδαιμονίων» δηλώνει μια πολιτική και στρατιωτική απουσία από το συμμαχικό εγχείρημα, όχι απαραιτήτως την απουσία κάθε ατόμου λακωνικής καταγωγής από τα επιμέρους πεδία μάχης.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη και για την ανάγνωση του ποιήματος. Όταν ο ομιλητής απαριθμεί τον Γρανικό, την Ισσό και την τελική αναμέτρηση με τους Πέρσες, λειτουργεί μέσα στη ρητορική της επιγραφής. Η αποφασιστική σύγκρουση του 331 π.Χ. είναι η μάχη των Γαυγαμήλων, κοντά στα Άρβηλα, και όχι ακριβώς «η μάχη των Αρβήλων», όπως συχνά αναφέρεται. Η νίκη του Αλεξάνδρου υπήρξε συντριπτική για τον Δαρείο Γ΄, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο περσικός στρατός «εξοντώθηκε» κυριολεκτικά, όπως επιτρέπει η ποιητική υπερβολή.
Δείτε ακόμη μία σχετική ανάλυση από το κανάλι
Από τη νίκη στον νέο κόσμο
Η ουσία του «Στα 200 π.Χ.» βρίσκεται στη μετατόπιση από το πεδίο της μάχης προς τις μακρές συνέπειες της στρατηγικής επιτυχίας. Ο Καβάφης βάζει τον ομιλητή του να μιλά ως μέλος ενός νέου, πολυκεντρικού Ελληνισμού: Αλεξανδρείς, Αντιοχείς, Σελευκείς, κοινότητες στην Αίγυπτο, στη Συρία, στη Μηδία και στην Περσίδα. Δεν πρόκειται για ενιαίο κράτος ούτε για ομοιογενή εθνική κοινότητα με σύγχρονους όρους. Πρόκειται για ένα δίκτυο πόλεων, βασιλείων, εμπορικών διαδρομών και πολιτισμικών ανταλλαγών που διαμορφώθηκε μετά τις αλεξανδρινές κατακτήσεις.
Σε αυτόν τον κόσμο η Κοινή Ελληνική εξελίχθηκε σε βασικό μέσο επικοινωνίας, διοίκησης και πνευματικής κυκλοφορίας στην ανατολική Μεσόγειο και σε μεγάλες περιοχές της Εγγύς Ανατολής. Η αναφορά στη Βακτριανή και στις Ινδίες αποδίδει την τεράστια ακτίνα των ελληνιστικών επαφών. Δεν πρέπει όμως να εκληφθεί ως περιγραφή πλήρους ή ομοιόμορφης πολιτισμικής αφομοίωσης: οι τοπικές κοινωνίες, γλώσσες και εξουσίες παρέμειναν ενεργές και διαμόρφωσαν υβριδικές πραγματικότητες.
Η καβαφική ειρωνεία και η στρατηγική διάσταση
Η δύναμη του ποιήματος είναι ότι αποφεύγει τον διδακτισμό. Η ειρωνεία δεν εξαντλείται στη Σπάρτη· στρέφεται και προς κάθε πολιτική αντίληψη που μετρά την ιστορία μόνο με όρους άμεσου κύρους. Ο καβαφικός ομιλητής γνωρίζει ήδη το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό θεωρεί μικρή την παλαιά διαφωνία μπροστά στον κόσμο που ακολούθησε.
Από γεωπολιτική σκοπιά, το ποίημα υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες εκστρατείες δεν κρίνονται αποκλειστικά από τη νίκη ή την ήττα στο πεδίο. Η στρατιωτική ισχύς αποκτά ιστορικό βάρος όταν συνδέεται με δίκτυα, θεσμούς, πόλεις, γλώσσα και δυνατότητα πολιτισμικής προσαρμογής. Ο ελληνιστικός κόσμος δεν ήταν απλώς η συνέχεια μιας κατάκτησης· ήταν το προϊόν της συνάντησης της μακεδονικής ισχύος με τις σύνθετες κοινωνίες της Ανατολής.
Αυτό είναι και το διαρκές ενδιαφέρον του «Στα 200 π.Χ.»: η Ιστορία δεν παρουσιάζεται ως μουσείο ένδοξων ονομάτων, αλλά ως πεδίο όπου οι πολιτικές επιλογές αποκτούν νόημα μέσα από τις συνέπειές τους. Ο Καβάφης δεν ακυρώνει το παρελθόν της Σπάρτης. Αντιπαραβάλλει, όμως, την αυτάρκεια μιας πόλης με την κοσμοϊστορική κλίμακα ενός νέου ελληνικού κόσμου που είχε ήδη γεννηθεί.
Featured image: Εικόνα δημιουργημένη με ΤΝ για εικονογραφικούς σκοπούς.
Discover more from
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
