Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΤΟ 1828-1829. Μια συνοπτική παρουσίαση των κυριοτέρων πολεμικών επιχειρήσεων

του ΧΡΟΝΗ ΒΑΡΣΟΥ

Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία (τεύχος 313, Σεπτεμβρίου 2023)

Με τη ευφυή του πολιτική ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831) αναδιοργάνωσε πλήρως τον ελληνικό στρατό και το ναυτικό και με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς πέτυχε την απελευθέρωση της Στερεάς και τη διεύρυνση των συνόρων μέχρι τη γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού.

Η τεράστια πολεμική προσπάθεια που κατεβλήθη από τους Έλληνες την περίοδο 1828-1829 συχνά παραγνωρίζεται και αποσιωπάται χάριν του μυθεύματος της ξένης παρέμβασης και «σωτηρίας». Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου το μελλοντικό αυτόνομο ελληνικό κράτος κινδύνευε να περιοριστεί αποκλειστικά στην Πελοπόννησο. Με την έλευση του Καποδίστρια και την κατάλληλη στρατιωτική ανασυγκρότηση και πολεμική προπαρασκευή, ύστερα από επίμονους και αιματηρούς αγώνες δύο ετών, απελευθερώθηκε η Στερεά μέχρι τον Σπερχειό ποταμό. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, δεδομένου ότι οι τουρκικές φρουρές στην περιοχή ήταν εξαιρετικά ισχυρές και η βρετανική διπλωματία αντιδρούσε σφόδρα στην επέκταση των ελληνικών συνόρων βορείως του Ισθμού. Εν τούτοις οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές νίκες των Ελλήνων, οι εξαιρετικοί διπλωματικοί χειρισμοί του κυβερνήτη και η αξιοποίηση του ρωσσοτουρκικού πολέμου που ξέσπασε τον Απρίλιο του 1828, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση του συνόλου της Στερεάς στο ανεξάρτητο πλέον ελληνικό κράτος.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το 1827 σημαδεύτηκε από ραγδαίες εξελίξεις σε στρατιωτικό, πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο που επέδρασαν καθοριστικά στην πορεία του αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Η εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον Απρίλιο, δεν συνδυάστηκε με τη μεγάλη στρατιωτική επιτυχία που όλοι περίμεναν στην Αττική εναντίον του Κιουταχή. Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη ήρθε η συντριπτική ήττα στον Ανάλατο (24 Απριλίου) και ακολούθησε η παράδοση της Ακρόπολης (24 Μαΐου). Στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ συνέχιζε να καταστρέφει τη γη και τις υποδομές υφιστάμενος όμως έναν ανηλεή κλεφτοπόλεμο από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που τον έφθειρε ανεπανόρθωτα και περιόριζε τα εδαφικά του οφέλη επί της ουσίας στο τρίγωνο Μεθώνη – Κορώνη – Ναβαρίνο. Τα ευχάριστα νέα ήρθαν από το Λονδίνο όπου υπογράφτηκε η Ιουλιανή Συνθήκη (24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου) με την οποία Αγγλία – Γαλλία και Ρωσσία δεσμευόταν να επιβάλλουν την ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων ώστε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για τα σύνορα του αυτόνομου φόρου υποτελούς κράτους που θα δημιουργούνταν. Η ναυμαχία που ακολούθησε με την καταβύθιση του τεράστιου τουρκοαιγυπτιακού στόλου στον κόλπο του Ναβαρίνου στις 8/20 Οκτωβρίου, διαμόρφωσε νέα δεδομένα στην πολεμική αναμέτρηση και διευκόλυνε τους χειρισμούς του Καποδίστρια που έφτασε μετά από περιοδεία στο εξωτερικό στις 6 Ιανουαρίου 1828 στο Ναύπλιο για να επανεκκινήσει από τις στάχτες της την Επανάσταση. Με την αναζωπύρωση του αγώνα στην Κρήτη, την εκστρατεία απελευθέρωσης της Χίου τον Οκτώβριο του 1827 και τις επιχειρήσεις στο Τρίκερι της Μαγνησίας τον Νοέμβριο εν εξελίξει, ως πρώτος στόχος τέθηκε από τον Κυβερνήτη, εκτός από την εσωτερική ανασυγκρότηση, η αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου ώστε να συνδυαστεί η διπλωματική προσπάθεια με στρατιωτικά αποτελέσματα επί του εδαφικού. Αποφασίστηκε έτσι η νέα δομή να περιλαμβάνει τη μετατροπή των άτακτων ένοπλων σωμάτων σε ημιτακτικά, με τη μορφή Χιλιαρχιών, θεωρητικής δυνάμεως 1.125 ανδρών, που άρχισαν να συγκροτούνται στις 7 Φεβρουαρίου 1828 παράλληλα με την ανασυγκρότηση του τακτικού στρατού. Η έναρξη του ρωσσοτουρκικού πολέμου στις 14/26 Απριλίου και η απόφαση της συνδιάσκεψης του Λονδίνου στις 7/19 Ιουλίου για αποστολή γαλλικού στρατού στην Πελοπόννησο με στόχο την εκδίωξη του Ιμπραήμ, διευκόλυνε τα σχέδια για ανακατάληψη της Στερεάς.

ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑ ΤΟ 1828

Ο  ιρλανδικής καταγωγής βρετανός συνταγματάρχης Ρίτσαρντ Τσώρτς (Richard Church) (1784-1873), 

παρά τις ευθύνες για την ήττα στον Ανάλατο το 1827, ηγήθηκε με επιτυχία της εκστρατείας για την απελευθέρωση της δυτικής Στερεάς.

 Μετά την παράδοση της Ακρόπολης όλα τα ελληνικά σώματα που είχαν απομείνει στην Αττική πέρασαν στη Σαλαμίνα. Η μόνη δύναμη που παρέμενε πλέον στη Στερεά ήταν ένα μικρό σώμα 400 ανδρών (Δημήτριος Μακρής, Δήμος Τσέλιος, Γιάννης Ράγκος) οχυρωμένο στη νησίδα Λεσίνι στον Αχελώο δυτικά του Αιτωλικού. Τέλη Αυγούστου 1827 σώμα 800 ανδρών υπό τον Ρίτσαρντ Τσώρτς κινήθηκε από τον Ισθμό προς την παραλία της Αχαΐας με στόχο τη δημιουργία στρατοπέδου στον Αστακό (Δραγαμέστι) στη δυτική Αιτωλοακαρνανία και τη συνένωση με το σώμα στο Λεσίνι που πολιορκούνταν από τα μέσα Σεπτεμβρίου από τον διοικητή της Πρέβεζας Μπεκήρ Τζογαδούρο. Η αποτυχημένη επίθεση ισχυρής ναυτικής μοίρας υπό τον Κόχραν στη νησίδα Βασιλάδι, εντός της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, το διάστημα 6-7 Σεπτεμβρίου αλλά και η πίεση του συμμαχικού παράγοντα που ήθελε να επιβάλει την ανακωχή, οδήγησε στην αποχώρηση του ελληνικού στόλου από τον Πατραϊκό κόλπο λίγες μέρες μετά. Μόνον μία μοίρα υπό τον Άγγλο φιλέλληνα πλοίαρχο Άστιγξ με την κορβέτα «Καρτερία» παρέμεινε εντός του Κορινθιακού, η οποία αφού κατέστρεψε την τουρκική ναυτική δύναμη στην Ιτέα (9 πολεμικά και 3 αυστριακά μεταγωγικά) στις 17 ή 18 Σεπτεμβρίου, αποσύρθηκε στο Λουτράκι.

      Στις 6 Νοεμβρίου το σώμα του Τσώρτς από το Διακοπτό Αιγιαλείας αφού κινήθηκε περιμετρικά της Πάτρας για να αποφύγει τις τουρκικές δυνάμεις του Ντελή Αχμέτ στο Αίγιο, έφτασε μέσω Καλαβρύτων στο ακρωτήριο του Αράξου (κάβο Πάπα). Από εκεί με τα πλοία του Άστιγξ από το Λουτράκι μεταφέρθηκε στις 16 Νοεμβρίου στο Δραγαμέστι. Το στρατόπεδο ενισχύθηκε στις 22 και από νεοαποβιβασθέν σώμα 600 Σουλιωτών υπό τον Κώστα Μπότσαρη και άλλους 200 ένοπλους υπό τον Γεώργιο Τσόγκα. Μαζί με τους 400 άνδρες από το Λεσίνι η ελληνική δύναμη ανήλθε σύντομα σε 2.000 ενόπλους.

Παράλληλα στις 3 Δεκεμβρίου ξεκίνησε εκ νέου η πολιορκία του Βασιλαδίου από τη μοίρα του Άστιγξ. Ο επιτυχής ναυτικός βομβαρδισμός της, οδήγησε στην παράδοση της νήσου στις 17 του μήνα. Την επομένη ξεκίνησε η πολιορκία του Αιτωλικού αλλά οι επιχειρήσεις δεν καρποφόρησαν λόγω των διαφωνιών που προέκυψαν 5 μέρες μετά μεταξύ Άστιγξ και Τσώρτς λόγω της αδυναμίας της ελληνικής μοίρας να ενισχύσει τις προσπάθειες κατάληψής του από 15 εξοπλισμένα πλοιάρια, καθώς τα αβαθή νερά της λιμνοθάλασσας εμπόδιζαν την είσοδο των ελληνικών πλοίων. Οι επιχειρήσεις στη λιμνοθάλασσα, μετά από διακοπή 4 μηνών, επαναλήφθηκαν την Άνοιξη του 1828 με την απελευθέρωση των νησίδων Πόρου και Ντολμά (στις 10 και 12 Απριλίου αντίστοιχα), ενώ με την άφιξη της μοίρας του Άστιγξ  καταλήφθηκε στις 28 Απριλίου και η νησίδα του Αγίου Σώστη.

   Ο θάνατος του Βρετανού πλοιάρχου και διοικητή της ατμοκίνητης κορβέττας «Καρτερία»,

Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ (1794-1828), στέρησε από το ελληνικό ναυτικό έναν εξαιρετικό ηγήτορα και έναν μεγάλο φιλέλληνα που πρόσφερε τεράστιες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

     Στα πλαίσια υλοποίησης του σχεδίου του Τσώρτς για επίθεση στο Αιτωλικό από άτακτα σώματα από τα δυτικά και ταυτόχρονη ναυτική επίθεση με απόβαση δυνάμεων που θα μεταφέρονταν με τα πλοιάρια από τη θάλασσα, ξεκίνησε στις 3 Μαΐου ο βομβαρδισμός της πόλης από τις ειδικού τύπου ρουκέτες (κονγκρεβιανές) της «Καρτερίας» και πυρά πυροβολικού υπό τον Ιταλό ταγματάρχη Μπράλιο, προσπάθειες όμως που απέτυχαν. Στις 11 του μήνα διενεργήθηκε απόβαση για την κατάληψη της πόλης από 500 ατάκτους του Διονυσίου Ευμορφόπουλου και του Γεράσιμου Φωκά με συνοδεία 4 μίστικων και 12 εξοπλισμένων πλοιαρίων. Η επιχείρηση απέτυχε με σημαντικές απώλειες (ένας νεκρός και 21 τραυματίες) και κυρίως με τον τραυματισμό του ιδίου του Άστιγξ που συμμετείχε προσωπικά στην προσπάθεια. Το τραύμα του επιδεινώθηκε και 5 μέρες μετά μεταφέρθηκε για νοσηλεία στη Ζάκυνθο όπου στις 20 Μαΐου ο ηρωικός φιλέλληνας με την τεράστια προσφορά στον ναυτικό αγώνα απεβίωσε. Η Επανάσταση είχε χάσει μια εξέχουσα προσωπικότητα.

Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ ΚΑΙ Η  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΒΟΝΙΤΣΑΣ

“Κάδρον της Δυτικής Ελλάδος και κέντρον η Βόνιτσα”

(πίνακας Ι. Μακρυγιάννη – Π. Ζωγράφου)

 Μετά τον θάνατο του Άστιγξ οι επιχειρήσεις τελμάτωσαν. Στις 28 Ιουνίου 1828 ο Καποδίστριας επισκέφθηκε τις στρατιωτικές μονάδες στην περιοχή Μύτικας – όρος Κανδήλα – Δραγαμέστι – νήσος Κάλαμος και είχε επαφές με τον Τσώρτς αναφορικά με τα σχέδια απελευθέρωσης του Μεσολογγίου. Ήταν σαφές ότι έπρεπε να αποκοπεί η οδός ανεφοδιασμού της πόλης από την Άρτα και την Πρέβεζα διαμέσου του Αμβρακικού κόλπου και της οροσειρά του Μακρυνόρους με ταυτόχρονο ναυτικό αποκλεισμό από τη λιμνοθάλασσα.

Οι επιχειρήσεις στον Αμβρακικό ξεκίνησαν στις 7 Σεπτεμβρίου με την κατάληψη από τον Τσώρτς του Ελιγόβαρου στο Άκτιο Πρεβέζης και από τον Ντέντζελ του Λουτρακίου Αμφιλοχίας, όπου αιχμαλωτίστηκαν μια γολέτα, δύο μίστικα και 4 εξοπλισμένα πλοιάρια που επανδρώθηκαν με 100 Έλληνες ναύτες διακόπτοντας την επικοινωνία της Πρέβεζας με την Αμφιλοχία. Στα μέσα Οκτωβρίου οι Ντέντζελ και Ράγκος πέρασαν τον Αχελώο στο ύψος του Σοβολάκου (σημερινό χωριό Ψηλόβραχος Αιτωλοακαρνανίας κοντά στη γέφυρα της Επισκοπής) και κινήθηκαν αρχές Νοεμβρίου προς τα Άγραφα για να ενισχύσουν την πολιορκία του Καρπενησίου που είχε ξεκινήσει από 27 Οκτωβρίου.

Η ναυτική μοίρα υπό τον Αντόνιο Μπασσάνο που έφτασε στον Μύτικα Πρεβέζης στις 11 Σεπτεμβρίου, δεν μπόρεσε να εισέλθει εντός του Αμβρακικού καθώς εμποδίστηκε από τα ισχυρότατα παράκτια φρούρια του Παντοκράτορα και του Ακτίου. Ο Κορσικανός διοικητής δίσταζε να εκθέσει τα πλοία του στα τουρκικά κανόνια και τη νύχτα της 13ης υποχώρησε εκ νέου στον Μύτικα. Μετά όμως από 8 μέρες, ο κυβερνήτης Ανδρέας Τενεκές με τις κανονιοφόρους «Φιλελληνίς» και «Βαυαρία» και τις μπελλούδες «Χαρίκλεια» και «Διώνη», εισήλθε το απόγευμα στον κόλπο παρά τα πυρά των εχθρικών φρουρίων, βυθίζοντας ένα εξοπλισμένο πλοιάριο ενώ το τουρκικό μπρίκι που βρισκόταν στην είσοδο διέφυγε στη νήσο Σαλαχώρα. Στη σύγκρουση έπεσε νεκρός ο κυβερνήτης του «Φιλελληνίς» Ανδρέας Κωφός. Στις 3 Οκτωβρίου τη ναυτική διοίκηση δυτικής Ελλάδος ανέλαβε ο έμπειρος Υδραίος πλοίαρχος Αντώνιος Κριεζής με το πλοίο του «Επαμεινώνδας» στη θέση του αποπεμφθέντος Μπασσάνο.

Η μοίρα του Αμβρακικού υπό την ηγεσία του Υδραίου πλοιάρχου Αντωνίου Κριεζή (1796-1865)

που με το υδραίικο μπρίκι «Επαμεινώνδας» ως αρχηγίδα συνέβαλε στην απελευθέρωση

της Βόνιτσας και της Αμφιλοχίας το διάστημα Οκτωβρίου 1828 – Μαρτίου 1829.

     Στις 27 Νοεμβρίου 1828 ξεκίνησε η πολιορκία της Βόνιτσας από τα δυτικά με τις χιλιαρχίες των Αλέξη (Γαρδικιώτη) Γρίβα και Διαμαντή Ζέρβα καθώς και το σώμα του Γ. Βαρνακιώτη (συνολικά 1.440 άνδρες) και από τα ανατολικά από τα άτακτα σώματα των Γ. Τσόγκα, Κ. Βλαχόπουλου και Δ. Τσέλιου (δυνάμεως 690 ανδρών). Ταυτόχρονα η ελληνική μοίρα εντός του κόλπου (12 κανονιοφόροι και μπελλούδες μαζί με τα αιχμαλωτισθέντα τουρκικά πλοία από το Λουτράκι Αμφιλοχίας) εξασφάλιζε τον ναυτικό αποκλεισμό της πόλης. Εντός υπήρχε ισχυρή τουρκική φρουρά υπό τον Τσαούς αγά Κισεράτη αλλά και 2.000 έγκλειστοι άμαχοι Έλληνες υπό καθεστώς ομηρίας. Ένα μπρίκι και 3 κανονιοφόροι που βρίσκονταν στο λιμάνι κατέφυγαν στη Σαλαχώρα ενώ 43 περίπου πλοιάρια αιχμαλωτίστηκαν από το ελληνικό ναυτικό. 

     Η ελληνική πίεση οδήγησε στις 15 Δεκεμβρίου στην απελευθέρωση της Βόνιτσας, τον θάνατο του Τσαούς αγά και την απελευθέρωση των Ελλήνων αμάχων. Η υπόλοιπη τουρκική φρουρά υπό τον Νακά αγά οχυρώθηκε για τους υπόλοιπους 3 μήνες στο ισχυρό κάστρο της πόλης όπου και πολιορκήθηκε. Οι επιχειρήσεις του Αμβρακικού ολοκληρώθηκαν την επομένη με την αποστολή της χιλιαρχίας του Κουτσονίκα στη νήσο Κορωνησία στο μέσον του κόλπου ενώ η ναυτική μοίρα υπό τον Ανδρέα Τενεκέ παρέμενε κοντά στη νησίδα Βούβαλος. Οι ελληνικές επιτυχίες απέκοψαν έτσι πλήρως το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό και τη Ναύπακτο από κάθε επικοινωνία με την Πρέβεζα.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΤΖΑΒΕΛΛΑ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑ

Ο Ο Κίτσος Τζαβέλλας (1801-1855), γιός του εμβληματικού Σουλιώτη πολέμαρχου Φώτου, 

ηγούμενος της Α΄ Χιλιαρχίας πέτυχε με συντονισμένες ενέργειες την απελευθέρωση των Λομποτινών 

και του Καρπενησίου.

Τον Μάρτιο του 1828 αφού συγκροτήθηκαν οι πρώτες νέες χιλιαρχίες και παρουσία του Καποδίστρια ορκίστηκαν στις 11 Μαρτίου στην Τροιζήνα, άρχισαν να συγκεντρώνονται στα Μέγαρα τμηματικά έως τα μέσα Ιουλίου. Αφού ακυρώθηκε σχέδιο ανακατάληψης της Αθήνας, ως νέος στόχος τέθηκε η απελευθέρωση της Κεντρικής Στερεάς. Δύναμη 1.400 ανδρών (Α΄ Χιλ. και ανεξ. 500αρχία) με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλλα μεταφέρθηκε από το Λουτράκι στις 11 Αυγούστου στη νήσο Τριζόνια στον Κορινθιακό κόλπο και αποβιβάστηκε στην παραλία του Μαραθιά και της Σεργούλας στη Φωκίδα. Αντικειμενικό σκοπό της επιχείρησης αποτελούσε η απελευθέρωση της Δωρίδας και των Λομποτινών (Άνω Χώρα Ναυπακτίας) της επαρχίας Κραβάρων, στο κέντρο της Στερεάς, ώστε να αποκοπεί η Ναύπακτος. Η επιχείρηση συγκυριακά θα εξελισσόταν παράλληλα με την άφιξη του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος του Μαιζών, δυνάμεως 13.000 ανδρών, που άρχισε να φτάνει τμηματικά από τις 17/29 Αυγούστου στη Μεσσηνία με στόχο την εκδίωξη του Ιμπραήμ, μια αναίμακτη σχεδόν εκστρατεία που ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο με την πλήρη αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού από την Πελοπόννησο.

Ο στρατηγός Μαιζόν (Nicolas – Joseph Maison)(1771-1840) με ισχυρό γαλλικό εκστρατευτικό σώμα δυνάμεως 15.300 ανδρών εξεδίωξε τον Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο το διάστημα Αυγούστου – Οκτωβρίου 1828.

    Η ελληνική δύναμη ενισχυμένη από 400 ατάκτους (Βασίλειος Μαστραπάς, Κομνάς Τράκας και Γιάννης Φαρμάκης), κινήθηκε βόρεια καταλαμβάνοντας εντός του Αυγούστου την Ι.Μ. Κουτσουρού, το Βελούχοβο (Κάλλιο), τη Γρανίτσα (Διακόπι), το Μαλανδρίνο, το Λιδωρίκι και την Αρτοτίνα, 15 χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Λομποτινών. Η εκεί τουρκική φρουρά (1.200 περίπου άνδρες) υπό τους Αχμέτ Πρεβίστα και Καφτάν αγά, ανέμενε βοήθεια από τη Ναύπακτο, τα Σάλωνα (Άμφισσα) και την Υπάτη. Στις 14-16 Σεπτεμβρίου διενήργησε αποτυχημένη έξοδο που αναχαιτίστηκε στο Μυρμηγκάρι με απώλειες 50 νεκρούς, ενώ δύναμη 250 Τούρκων από τη Ναύπακτο που κινήθηκε προς Λομποτινά για βοήθεια, αποκρούστηκε στη θέση «Σκοπός», όπως και άλλη αντίστοιχη 1.000 ανδρών από την Υπάτη στην Άνω Μουσουνίτσα. Νέα προσπάθεια ενίσχυσης των Λομποτινών από τον Μεχμέτ αγά Δέβολη των Σαλώνων με 600 άνδρες αναχαιτίστηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου στα Καστέλλια Φωκίδας. Στις 23 Σεπτεμβρίου στη Γραμμένη Οξυά, στα σύνορα Φθιώτιδας – Αιτωλοακαρνανίας, 3.000 Τούρκοι υπό τον Ασλάν μπέη από την Υπάτη κινούμενοι διαμέσου του Γαρδικίου προς Λομποτινά, νικήθηκαν σε 4ωρη μάχη από τους Κ. Τζαβέλλα και Γ. Πανομάρα  και με απώλειες 100 ανδρών υποχώρησαν στο Γαρδίκι. Αρχές Οκτωβρίου τον Τζαβέλλα ενίσχυσε και η Γ΄ Χιλ. του Ιω. Στράτου. Από κοινού αναχαίτησαν στις 10 Οκτωβρίου στην Τέρνοβα (Δενδροχώρι Ναυπακτίας)  σώμα 2.000 Τούρκων υπό τους Οσμάν και Ασλάν μπέη, που είχαν προωθηθεί μέχρι τα Κλεπά και την Άμπλιανη Ευρυτανία, και με απώλειες 120 ανδρών επέστρεψε στην Υπάτη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του άρθρου στη σελίδα 1821-1829: Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΤΟ 1828-1829. Μια συνοπτική παρουσίαση των κυριοτέρων πολεμικών επιχειρήσεων (varsos1821.gr)


Discover more from

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.