Η ιστορία της Ελληνικής πόλης Σόφιας [4 Ιανουαρίου 1878]

Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (Ροτόντα) που χτίστηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. μαζί με απομεινάρια της Αρχαίας ρωμαϊκής πόλης Σερδικής (Πηγή: brazilgreece.com)

Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα https://evaggelialappa.gr/

Ευαγγελία Κ. Λάππα,
5 Ιανουαρίου 2025

Η Θράκη είναι αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνισμού δια μέσου των αιώνων. Η αρχαία Θράκη εκτεινόταν από το Αιγαίο ως το Δούναβη και από τον Εύξεινο Πόντο έως τα όρια της Μακεδονίας. Ως πρώτοι κάτοικοί της φέρονται διάφορα Ελληνικά (Πελασγικά) φύλα όπως Ήδωνες, Δίοι, Οδρύσαι, Κίκονες, Γέτες κ.α. τα οποία αποτέλεσαν έναν από τους αρχαιότερους λαούς της Ευρώπης. Τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες αποίκισαν το Αιγαίο, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο. Στα παράλια της Θρακικής γης ιδρύθηκαν και άκμασαν σημαντικές ιωνικές αποικίες: Μαρώνεια, Άβδηρα, Βυζάντιο, Αγχίαλος, Απολλωνία, Μεσημβρία, Οδησσός.

Με τον όρο Θράκη κατά την αρχαιότητα καθοριζόταν μια πολύ μεγάλη περιοχή που  κατά τον Ηρόδοτο άρχιζε από τα παράλια του Εύξεινου Πόντου και έφθανε  μέχρι τις κορυφογραμμές της Πίνδου, από τον Βορρά ξεκινούσε από τον Δούναβη  και προς τον Νότο έφθανε στο Αιγαίο πέλαγος  και τον Όλυμπο. Τα πιθανότερα σύνορά της είναι αυτά που προσδιορίζει ο Θουκυδίδης. Στο βορρά ο Δούναβης, στην Ανατολή ο Εύξεινος Πόντος, στη Δύση ο ποταμός Στρυμόνας και στο Νότο το Αιγαίο πέλαγος.

Μια απ’ αυτές τις πόλεις της Ελληνικότατης Θράκης, στη χερσόνησο του Αίμου, είναι και η πόλη Σόφια. Ιδρύθηκε από την Ελληνική φυλή των Σερδών ως οικισμός, που ονομάστηκε αργότερα Σερδική. Λίγο πριν το 500 π. Χ. η περιοχή αποτέλεσε τμήμα ένωσης Ελληνικών θρακικών φυλών με το όνομα Βασίλειο των Οδρυσών.

Το 29 π. Χ. η Σερδική κατελήφθη από τους Ρωμαίους. Επί της βασιλείας του Αυτοκράτορα Τραϊανού, έγινε municipium, δηλαδή κέντρο διοικητικής περιοχής και μετονομάστηκε σε Ουλπία Σαρδική. Επεξετάθη με την ανέγερση πυργίσκων, τειχών, δημοσίων λουτρών, διοικητικών και πολιτιστικών κτηρίων, αστικής βασιλικής, αμφιθεάτρου, ιπποδρόμου, βουλής, μεγάλης αγοράς και μεγάλου θεάτρου. Επίσης, υπήρξε η κυριότερη ενδιάμεση πόλη στον ρωμαϊκό δρόμο Via militaris, που συνέδεε τη Ρώμη με το Βυζάντιο.

Το 2ο αιώνα μ. Χ. ήταν διοικητικό κέντρο της ρωμαϊκής επαρχίας της Μοισίας. Επικρατούσε το Ελληνικό στοιχείο και η Ελληνική γλώσσα στην διοίκηση, στο εμπόριο[1], στην θρησκεία, στην παιδεία και στα γράμματα[2], όπως και σε όλο το νότιο τμήμα της οροσειράς του Αίμου[3].

Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Σερδική υπήρξε μία από τις ευνοούμενες πόλεις του Αυτοκράτορος[4]. Μάλιστα, είχε εξετάσει το ενδεχόμενο να κάνει τη Σαρδική πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας αντί της Κωνσταντινούπολης.

Από τον 4ο αιώνα και μετά, η Σερδική ήταν στρατιωτικό οχυρό και οικονομικό κέντρο, προπύργιο στην κοιλάδα του Στρυμόνα και κόμβος στη μεγάλη οδική αρτηρία από την Ναϊσσό προς την Κωνσταντινούπολη. Το 343, συνήλθε στην πόλη η Σύνοδος της Σερδικής σε μια εκκλησία, στη θέση, όπου, αργότερα, χτίστηκε η σημερινή Εκκλησία της Αγίας Σοφίας του 6ου αιώνα.

Το 447, η πόλη καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Ούννων και παρέμεινε κατεστραμμένη για ένα αιώνα. Επί Ιουστινιανού Α΄, ανοικοδομήθηκε πάλι και περιεβλήθη από μεγάλα οχυρωματικά τείχη, των οποίων τα κατάλοιπα είναι ακόμα ορατά σήμερα. Πιθανώς τότε, χτίστηκε ο ναός της Αγίας Σοφίας.

Στα τέλη του 5ου αιώνα, εμφανίστηκαν στην Βαλκανική χερσόνησο οι Βούλγαροι[5]. Το 681, ένα τμήμα των Βουλγάρων εγκαταστάθηκε στην επικράτεια της Ρωμανίας, όπου αργότερα συγχωνεύτηκε με το πολυαριθμότερο, σε σχέση με αυτούς, σλαβικό στοιχείο.

(Πηγή: Ερανιστής)

Τον 9ο αιώνα, όμως, με ηγεμόνα τον Κρουμ, πιο γνωστό ως Κρούμμο εστράφησαν εναντίον της Ρωμανίας. Τον Απρίλιο του 809, κατέλαβαν με δόλο τη Σερδική, την οποία λεηλάτησαν και κατέσφαξαν έξι χιλιάδες στρατιώτες και αμάχους. Η άλωσή της άφησε ακάλυπτες σημαντικές διόδους για τη Μακεδονία και τη Θράκη, ενώ δυσχέραινε το οδικό δίκτυο και την οικονομία της Ρωμανίας. Το 811, η πόλη απελευθερώθηκε από τον Αυτοκράτορα της Ρωμανίας Νικηφόρο Α΄, ο οποίος φρόντισε για την ανοικοδόμησή της[6]. Μετά την ήττα του και τον θάνατό του στην μάχη της Πλίσκας, η Σερδική ανακατελήφθη από τους Βουλγάρους[7].

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Παντελεήμονα χρονολογείται από τον 13ο αιώνα (Πηγή: brazilgreece.com)

Τότε, μετονομάστηκε σε Σρέντετς, από την σλαβική σρεντά, που σημαίνει «κέντρο»[8], ενώ οι Έλληνες την αποκαλούσαν Τριαδίτσα. Παρ΄ όλη την κυριαρχία των Βουλγάρων και των Σλάβων στην χερσόνησο του Αίμου, ο Ελληνισμός, αν και περιορισμένος σε νησίδες, διατηρήθηκε στην Σερδική[9], όπως και στα άλλα αστικά κέντρα (Σωζόπολη, Δελβετό) και στην ύπαιθρο της περιοχής[10].

Το 986, η πόλη πολιορκήθηκε για είκοσι ημέρες από τον Αυτοκράτορα της Ρωμανίας, Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο[11]. Οι επιθέσεις ήταν συνεχείς, αλλά η άμυνα ήταν σκληρή. Οι Βούλγαροι, με μια τολμηρή έξοδό τους, κατάφεραν να κάψουν τις πολιορκητικές μηχανές και να κλέψουν τα υποζύγια των αυτοκρατορικών στρατευμάτων[12]. Παράλληλα, ο Βασίλειος παραπληροφορήθηκε από τον στρατηγό Κοντοστέφανο, ο οποίος τον ανάγκασε να λύσει την πολιορκία και τελικά τον παρέσυρε σε παγίδα των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να ηττηθεί στις 16 Αυγούστου 986[13]. Ο Αυτοκράτωρ σώθηκε, την τελευταία στιγμή, χάρη στην βοήθεια των πιστών στρατηγών του, Νικηφόρου Ουρανού και Νικήτα Χρυσολωρά.

Το 1014, η πόλη παρεδόθη από τον Βούλγαρο στρατηγό Κρακρά[14] στον Έλληνα Στρατηγό Νικηφόρο Ξιφία[15]. Μετά την κατάλυση του Βουλγαρικού Κράτους το 1018, την υποταγή της Σερβίας και της Κροατίας το 1019, η Ελληνική κυριαρχία επανήλθε σε ολόκληρη την Χερσόνησο του Αίμου. Η Σερδική υπήχθη διοικητικά στο συσταθέν Θέμα Βουλγαρίας και εκκλησιαστικά στην νεοϊδρυθείσα Αρχιεπισκοπή Αχρίδος[16].

Στα τέλη του 1046 με αρχές του 1047, επί Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, οι Πετσενέγοι[17] μετοίκησαν στις πεδιάδες της Σερδικής, με διαταγή του Αυτοκράτορος[18]. Το 1185, επί Ισαακίου Β΄ Αγγέλου, οι Βούλγαροι εξεγέρθηκαν. Κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Μοισίας –μαζί και την Σερδική– και επέδραμαν από τον Αίμο στην Θράκη.

Το 1382, η Σερδική κατελήφθη από τους Οθωμανούς Τούρκους, μετά από μακρά πολιορκία. Από τον 14ο αιώνα και μετά, η πόλη έγινε γνωστή στους Οθωμανούς ως Σόφια, από την Εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα κατοχής από τους Ούγγρους του Ιωάννη Ουνυάδη το 1443 και από τους Ρώσους το 1829, η Σόφια ήταν έδρα μπεηλέρμπεη (Γενικού Διοικητού). Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της ήταν τουρκικό. Το 1553, υπήρχαν στην πόλη 11 μεγάλα και 100 μικρά μουσουλμανικά τεμένη[19]. Ωστόσο, υπήρχε μια μικρή Ελληνική παροικιακή κοινότητα[20], κυρίως από Έλληνες με καταγωγή από το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και το Μεγάροβο της Πελαγονίας[21].

΄Συνεχίστε την ανάγνωση του άρθρου στην ιστοσελίδα Η ιστορία της Ελληνικής πόλης Σόφιας [4 Ιανουαρίου 1878] | Ευαγγελία Κ. Λάππα


Discover more from

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.