Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα https://evaggelialappa.gr/

Ευαγγελία Κ. Λάππα,
3 Απριλίου 2024
O Αλέξιος Ε΄ Δούκας εγεννήθη το 1140[1] και ήταν γιος του Σεβαστοκράτορος Ισαακίου Δούκα[2]. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, «είλκε το γένος εξ ενός των αρχαίων της στρατιωτικής αριστοκρατίας οίκων και είχεν άπαντα τα συνήθη αυτών προτερήματα και τα συνήθη ελαττώματα.»[3] Ο ίδιος έφερε το παρωνύμιο Μούρτζουφλος, για το οποίο υπάρχουν διάφορες εκδοχές[4]. Πιθανότερη είναι η εκδοχή ότι λεγόταν έτσι λόγω των σμιχτών φρυδιών που σκίαζαν τα μάτια του[5].
Σύμφωνα με τον Χωνιάτη, ήταν «σοφισματίας ών τό ήθος και τον τρόπον φρονηματίας» δηλαδή εξαιρετικά έξυπνος και θρασύς[6]. Επίσης, «ήτο ανήρ γενναίος, πλούσιος, πονηρός και αγαπητός παρά τω λαώ.»[7] Ως προς την προσωπική του ζωή, είχε νυμφευθεί δύο φορές[8], αλλά είχε χωρίσει και τις δύο του συζύγους[9], λόγω του έρωτά του προς την Ευδοκία Αγγελίνα[10], κόρη του μετέπειτα αυτοκράτορος Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου.
Δ΄ Σταυροφορία
Στις 8 Απριλίου 1195, ο Αυτοκράτωρ Ισαάκιος Β΄ Άγγελος[11], ενώ ήταν σε κυνήγι στη Θράκη, εξεθρονίσθη από τον αδερφό του Αλέξιο Γ΄ Άγγελο[12], ο οποίος, αν και είχε ευεργετηθεί πολλαπλά από τον αδελφό του, τον τύφλωσε και τον φυλάκισε μαζί με τον γιο του, Αλέξιο.
Στη Δύση, ο Ιννοκέντιος Γ΄ έγινε Πάπας το 1198 και έθεσε ως στόχο της θητείας του μια νέα σταυροφορία. Το κάλεσμά του αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Ευρωπαίους Βασιλείς, αλλά αρκετοί Βαρόνοι ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό. Τον Νοέμβριο του 1199 ο κόμης Τιβάλδος της Καμπανίας οργάνωσε τον πρώτο πυρήνα υποστηρικτών της σταυροφορίας μεταξύ των οποίων ήταν ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος[13]. Τον Φεβρουάριο του 1200, προσχώρησαν στο κίνημα και ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος με τον αδελφό του Ερρίκο.
Τον Απρίλιο του 1201, ο Βιλλεαρδουίνος έκλεισε συμφωνία για τη θαλάσσια μεταφορά με τον Δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο[14]. Η συμφωνία προέβλεπε ότι έναντι ποσού 85.000 αργυρών μάρκων η Βενετία θα προμήθευε εφόδια και θα μετέφερε στην Αίγυπτο 4.500 ιππότες με τα άλογά τους, 9.000 ιπποκόμους και 20.000 πεζούς στρατιώτες. Το πέραμα θα γινόταν με 450 μεταφορικά πλοία. Επιπλέον συζητήθηκε η συμμετοχή των Βενετών στις πολεμικές επιχειρήσεις και η Βενετία συμφώνησε να στείλει και 50 πολεμικές γαλέρες με αντάλλαγμα το 50% των εδαφών που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι. Τον Μάιο του 1201, ο Τιβάλδος της Καμπανίας πέθανε ξαφνικά και εξελέγη ως νέος αρχηγός της Σταυροφορίας ο μαρκήσιος από το Πεδεμόντιο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός[15].
Στα τέλη του 1201, ο Αλέξιος, ο γιος του Ισαακίου, διέφυγε από τη φυλακή του στην Κωνσταντινούπολη και κατευθύνθηκε στην αυλή της αδελφής του Ειρήνης, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Φίλιππο της Σουαβίας[16]. Τα Χριστούγεννα του 1201, ο Βονιφάτιος συναντήθηκε στην Σουαβία με τον Αλέξιο Άγγελο. Ο τελευταίος πρότεινε στον Βονιφάτιο να χρησιμοποιηθεί ο Σταυροφορικός στρατός για την ανατροπή του Αυτοκράτορα της Ρωμανίας και θείο του Αλέξιο. Ο Βονιφάτιος μετέφερε την πρόταση στον Πάπα, ο οποίος την απέρριψε κατηγορηματικώς.
Εν τω μεταξύ, ο δόγης Ερρίκος Δάνδολος, μπροστά στην προοπτική να ακυρωθεί η Σταυροφορία και να χάσουν οι Βενετοί την επένδυση που είχαν κάνει μέχρι τότε, πρότεινε στο Συμβούλιο της Βενετίας (Comùn) έναν τρόπο για να αποσβεσθεί μέρος τους χρέους: να καταλάβουν οι Σταυροφόροι για λογαριασμό της Βενετίας κάποια λιμάνια στις δαλματικές ακτές τα οποία ανήκαν παλιότερα στη Βενετία και είχαν καταληφθεί από το βασίλειο της Ουγγαρίας το 1183. Η επιχείρηση ενεκρίθη και ο στόλος των σταυροφόρων απέπλευσε από την Βενετία, ύστερα από μεγάλη τελετή στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου στις αρχές Οκτωβρίου 1202. Οι Σταυροφόροι κατέλαβαν εύκολα την Τεργέστη και μετά πολιόρκησαν την πόλη Ζάρα[17], η οποία κατελήφθη και λεηλατήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1202. Όταν η είδηση της λεηλασίας της Ζάρας έφτασε στον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, ο τελευταίος αφόρισε ολόκληρο το εκστρατευτικό σώμα των σταυροφόρων. Κατόπιν, αντιλαμβανόμενος ότι οι σταυροφόροι υπήρξαν θύματα εκβιασμού, τους συγχώρησε, αλλά διατήρησε τον αφορισμό στους Βενετούς, οι οποίοι, όμως, αδιαφόρησαν.[18] Ο Πάπας, την ίδια στιγμή που επέμεινε στην αποδοκιμασία των γεγονότων και στην απαγόρευση κάθε νέας προσβολής εναντίον χριστιανών, δήλωνε ότι οι Έλληνες έγιναν «ένοχοι βαρυτάτων κατά του Θεού και της εκκλησίας εγκλημάτων, ότι απεποιούντο πεισματωδώς να αναγνωρίσωσι την κυριαρχίαν της Ρώμης και ότι ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Γ΄ διέπραξε τας δεινότερας κατά του αδελφού αυτού και νομίμου κυρίου του. “Αλλά, προσέθετεν, έργον υμών δεν είναι να τιμωρήσετε τας αμαρτίας ταύτας.”[19]» Ο Δάνδολος και ο Βονιφάτιος εννόησαν από αυτά τα λόγια ότι αφού όχι μόνον ο Αλέξιος Γ΄, αλλά και όλοι οι Έλληνες ήταν άξιοι τιμωρίας, η επιβολή τιμωρίας τους δεν θα ελογίζετο ως αμάρτημα[20].
Στις αρχές του 1203, ένας αγγελιαφόρος κατέφθασε από την Γερμανία στην Ζάρα, εκ μέρους του Φιλίππου της Σουαβίας στον Βονιφάτιο, με μια οριστική προσφορά του γυναικάδελφου του, Αλεξίου. Ο τελευταίος υπεσχέθη σε αντάλλαγμα, την συντήρηση του στόλου των σταυροφόρων για έναν χρόνο με δικές του δαπάνες, συμμετοχή στην στρατιωτική επιχείρηση με στρατό της Ρωμανίας, διατήρηση στρατιωτικού σώματος με έξοδά του στην Ιερουσαλήμ και εφόδια για έναν χρόνο[21]. Ο Βονιφάτιος ανέφερε το ζήτημα στον Δάνδολο, ο οποίος το απεδέχθη με ενθουσιασμό. Σχετικώς με τους λόγους αποδοχής του σχεδίου, ο Runciman αναφέρει σχετικώς: «Η Βενετία θα έπαιρνε τα χρήματά της και συγχρόνως θα ταπείνωνε τους Έλληνες και θα μπορούσε να διευρύνει και να ενισχύσει τα εμπορικά της προνόμια σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.»[22] Όταν η πρόταση ετέθη υπόψη των σταυροφόρων, υπήρξαν μερικοί που αντέδρασαν, εγκατέλειψαν τον στρατό και έπλευσαν στην Συρία, ενώ άλλοι παρέμειναν με το στρατό διαμαρτυρόμενοι· άλλοι πάλι σώπασαν χάρη στις δωροδοκίες των Βενετών. Ωστόσο, όλοι οι σταυροφόροι είχαν μέσα τους μένος εναντίον της Ρωμανίας. Ο Runciman αναφέρει σχετικώς: «ο μέσος σταυροφόρος είχε διδαχθεί να πιστεύει ότι το Βυζάντιο τηρούσε διαρκώς προδοτική στάση έναντι στην Χριστιανοσύνη σε όλους τους ιερούς πολέμους. Θα ήταν φρόνιμη και αξιέπαινη πράξη το να του επιβάλουν τώρα να συνεργασθεί δια της βίας. Οι ευλαβείς άνθρωποι μέσα στο στρατό ήσαν ευτυχείς να βοηθήσουν σε μια πολιτική που θα έφερνε τους σχισματικούς Έλληνες στους κόλπους της εκκλησίας. Οι πιο κοσμικοί σκέφτονταν τα πλούτη της Κωνσταντινούπολης και τις ευημερούσες επαρχίες της και ανυπομονούσαν να την λεηλατήσουν.»[23] Ως εκ τούτου, «όλη η μνησικακία που έτρεφε η Δύση εξ αποστάσεως εναντίον της ανατολικής Χριστιανοσύνης διευκόλυνε τον Δάνδολο και τον Βονιφάτιο, ώστε να παρασύρουν την κοινή γνώμη για τους υποστηρίξει.»[24]
Οι σταυροφόροι πέρασαν τον χειμώνα στη Ζάρα, όπου εκεί κατέφθασε και ο Αλέξιος, από την Γερμανία, στις 25 Απριλίου 1203. Λίγες μέρες αργότερα το εκστρατευτικό σώμα απέπλευσε από τη Ζάρα, κάνοντας μία στάση στο Δυρράχιο, όπου ο Αλέξιος έγινε δεκτός ως Αυτοκράτωρ. Κατόπιν αγκυροβόλησε στην Κέρκυρα. Εκεί ο Αλέξιος υπέγραψε επισήμως μια συνθήκη με τους Σταυροφόρους, σύμφωνα με την οποία όταν θα γινόταν αυτοκράτορας, θα ανελάμβανε τη συντήρηση των Σταυροφορικών στρατευμάτων για ένα χρόνο, θα πλήρωνε στους Βενετούς 100.000 αργυρά μάρκα και άλλες 100.000 στους Σταυροφόρους, θα ενίσχυε τους σταυροφόρους με 10.000 Έλληνες ιππείς επί ένα χρόνο στους Αγίους Τόπους και 500 από αυτούς εφ’ όρου ζωής. Επίσης, θα έκανε ό, τι χρειαζόταν για την υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα. Το ταξίδι συνεχίστηκε στις 25 Μαΐου 1203. Ο στόλος παρέκαμψε την Πελοπόννησο και έστρεψε προς βορρά, προς την νήσο Άνδρο, όπου γέμισε τις υδαταποθήκες των πλοίων με νερό από τις άφθονες πηγές που υπήρχαν εκεί. Ύστερα, έπλευσε προς τα Δαρδανέλια, τα οποία βρήκε ανυπεράσπιστα.. Σταμάτησαν στην Άβυδο για να συγκεντρώσουν όσα εφόδια μπορούσαν, καθώς τότε, η συγκομιδή στην Θράκη ωρίμαζε.

Ο Αλέξιος Δ΄ έρχεται στη Ζάρα να ζητήσει τη βοήθεια των Σταυροφόρων – τοιχογραφία από τα Ανάκτορα των Δόγηδων στη Βενετία (Πηγή: el.wikipedia.org)
«Η πρώτη Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως»
Στις 23 Ιουνίου 1203, οι Σταυροφόροι αντίκρισαν την Κωνσταντινούπολη μένοντας κατάπληκτοι από το μεγαλειώδες θέαμα. Σύμφωνα με τον Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος περιγράφει: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο καλά οχυρωμένη πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν η βασιλεύουσα των πόλεων.»[25] Τα δεκάδες βενετικά πλοία αγκυροβόλησαν στην Χαλκηδόνα και στην Χρυσούπολη. Στις 1 Ιουλίου 1203, ο Αλέξιος Γ΄ έστειλε τον Μιχαήλ Στρυφνό[26] με ένα στράτευμα να διώξει τους σταυροφόρους από την Χρυσούπολη, αλλά εκείνος, μόλις είδε τους σταυροφόρους να επιτίθενται, ετράπη σε φυγή[27]. Ο Αλέξιος Γ΄ έστειλε τον Λομβαρδό Νικόλαο Ρου[28] να προτείνει στους σταυροφόρους να δεχθούν χρήματα και εφόδια και να αποχωρήσουν[29]. Εκείνοι απάντησαν ότι θα αποχωρούσαν μόνο αν ανέβαινε στον θρόνο ο γιος του Ισαακίου, Αλέξιος. Την επόμενη ημέρα, ο Δόγης ανέβασε τον τελευταίο σε μία γαλέρα και έπλευσε κοντά στα τείχη για να τον παρουσιάσει στον λαό της Κωνσταντινουπόλεως[30]. Όσοι Έλληνες ήταν στα τείχη, φασκέλωσαν και έβρισαν και τους δύο και τότε οι σταυροφόροι αποφάσισαν να επιτεθούν[31].
Στις 5 Ιουλίου 1203, οι σταυροφόροι κατέλαβαν πρώτα το Γαλατά και έκοψαν την αλυσίδα, η οποία έκλεινε την είσοδο στον Κεράτιο κόλπο. Μετά, τα πλοία τους εισέπλευσαν στο λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως και άρχισε η επίθεση από ξηράς και θαλάσσης κατά των τειχών της πόλης. Ο Αλέξιος Γ΄ ετέθη ο ίδιος επικεφαλής του στρατού του, αλλά πάλι υποχώρησε χωρίς να δώσει μάχη[32]. Στις 17 Ιουλίου 1203, οι σταυροφόροι υπό την ηγεσία του Δάνδολου κατέλαβαν κάποιους πύργους στα θαλάσσια τείχη, αλλά η Βαράγγια Φρουρά κατάφερε να εμποδίσει την κατάληψη των υπόλοιπων τειχών. Οι Βαράγγοι ετοιμάστηκαν για αντεπίθεση, αλλά οι σταυροφόροι έβαλαν φωτιά σε ορισμένα κτήρια, η οποία αναζωπυρώθηκε τόσο, ώστε τα κτήρια στον χώρο από το ύψωμα των Βλαχερνών έως την μονή της Ευεργέτισσας κάηκαν όλα. Όπως γράφει ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, η φωτιά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι Έλληνες υπερασπιστές δεν μπορούσαν να δουν τους Λατίνους[33]. Την ίδια στιγμή, ο Αλέξιος Γ΄ Άγγελος βγήκε με τον στρατό του από την πύλη του Αδριανού και, παρά τις προτροπές του στρατηγού Θεοδώρου Λάσκαρη[34] να πολεμήσει[35], εκείνος παρέταξε τον στρατό του και υποχώρησε[36]. Την νύκτα της ίδιας ημέρας, συγκέντρωσε δέκα κεντητάρια χρυσού, τις πολύτιμες πέτρες, που κοσμούσαν το στέμμα, φωτεινά στιπλνά μαργαριτάρια, βασιλικές στολές και με την κόρη του Ειρήνη και κάποιες συγγενείς του εισήλθε σε πλοίο και έφυγε[37]. Φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη κατευθύνθηκε προς την Φιλιππούπολη, όπου όμως δεν έγινε δεκτός και κατέληξε στην Μοσυνούπολη[38], στην οποία και εγκαταστάθηκε.

Οι σταυροφόροι στρατοπεδεύουν έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας (Πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.com)
Αμέσως, ο αυτοκρατορικός Σακελλάριος συνέλαβε την αυτοκράτειρα Ευφροσύνη[39], τον Θεόδωρο Λάσκαρη[40] και τους στενούς συγγενείς του Αλεξίου Γ΄, ενώ αποφυλάκισε τον Ισαάκιο Άγγελο. Στην συνέχεια, εστάλησαν αγγελιοφόροι να αναγγείλουν στους Λατίνους την φυγή του Αλεξίου Γ΄. Εκείνοι ζήτησαν από τον Ισαάκιο Άγγελο να επιβεβαιωθούν οι όροι της συμφωνίας που είχαν συνομολογήσει με τον γιο του. Ο Ισαάκιος εδέχθη με μεγάλη δυσφορία και οι συμφωνίες επισημοποιήθηκαν με όρκους και χαρτιά σφραγισμένα με χρυσόβουλα[41]. Ο Βιλλεαρδουίνος αναφέρει τα επακολουθήσαντα: «Τότε ανέβηκαν οι ευγενείς στα άλογα και οδήγησαν τον πρίγκιπα με πολύ μεγάλη χαρά τους στην πολιτεία, στον πατέρα του. Και οι Έλληνες του άνοιξαν την πύλη και τον υποδέχτηκαν με πολύ μεγάλες χαρές και πολύ μεγάλη γιορτή.»[42]
Στις 1 Αυγούστου 1203, ο γιος του Ισαακίου Αγγέλου Αλέξιος και ο πατέρας του εστέφθησαν Αυτοκράτορες στην Αγία Σοφία παρουσία και όλων των αρχηγών της σταυροφορίας, ως Αλέξιος Δ΄. Ο Αλέξιος Δούκας έλαβε το αξίωμα του Πρωτοβεστιαρίου[43].
Ο Αλέξιος Δ΄ Άγγελος, προκειμένου να συγκεντρώσει τα συμφωνημένο ποσό, επέβαλε νέους φόρους, δήμευσε περιουσίες, ξήλωσε εικόνες, άρπαξε χρυσά δισκοπότηρα από τις εκκλησίες, προκειμένου να συγκεντρώσει τα χρήματα, που είχε υποσχεθεί στους Λατίνους αλλά δεν το κατόρθωσε. Εκστράτευσε να πάρει τα χρήματα που είχε κλέψει ο θείος του, ο Αλέξιος Γ΄. Έπειτα, αφού περισυνέλεξε ό, τι βρισκόταν στο δημόσιο ταμείο, δήμευσε τα κτήματα της Ευφροσύνης και των οπαδών της, πλήρωσε τους Λατίνους 100.000 μάρκα, από τα οποία πήραν οι Βενετοί 50.000 άμεσα -σύμφωνα με την διανομή των κατακτήσεων- και 36.000 έμμεσα για την πληρωμή του χρέους των σταυροφόρων. Τα υπόλοιπα μοιράστηκαν στους σταυροφόρους.
Στις 19 Αυγούστου 1203, σημειώθηκαν ταραχές μεταξύ των Ελλήνων και των Λατίνων της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι έβαλαν φωτιά σε σπίτια που γρήγορα εξαπλώθηκε και μαινόταν ανεξέλεγκτα για οκτώ ημέρες. Μεγάλο μέρος της Κωνσταντινουπόλεως και πολλά μνημεία καταστράφηκαν ενώ το 1/3 του πληθυσμού έμεινε άστεγο. Ο Χωνιάτης κατηγορεί τους σταυροφόρους ότι έβαλαν την φωτιά για να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες[44], αλλά ο Βιλλεαρδουίνος αποκρούει την πιθανότητα αυτή[45]. Αυτό το γεγονός έκανε μισητούς τους Σταυροφόρους στην Κωνσταντινούπολη.
Παράλληλα, στις 25 Αυγούστου 1203, ο Αλέξιος Δ΄ Άγγελος υπέβαλε ομολογία πίστεως στον Πάπα της Ρώμης ομολογία πίστεως και ανάγκασε τον πατριάρχη Ιωάννη Ι΄ Καματηρό[46] να ανακηρύξει μέσα στην Αγία Σοφία τον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ πρώτο επί της γης εκπρόσωπο του Χριστού. Αδυνατώντας, όμως, να συγκεντρώσει τα οφειλόμενα χρήματα, είπε στους σταυροφόρους τα εξής: «Πλησιάζει η μέρα που θα πρέπει να φύγετε και η συνεργασία που κάνατε με τους Βενετούς δεν θα κρατήσει παρά μέχρι την γιορτή του Αγίου Μιχαήλ[47]. Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο δεν μπορώ να εκτελέσω τις συμφωνίες που έχω κάνει μαζί σας. Μάθετε πως αν με αφήσετε μοναχό μου, οι Έλληνες θα με μισήσουν εξαιτίας σας. θα ξαναχάσω την χώρα μου και θα με σκοτώσουν. Αλλά να κάνετε ένα πράγμα που θα σας πω: να μείνετε μέχρι τον Μάρτιο και εγώ θα παρατείνω για σας την παραμονή του στόλου σας, μέχρι την γιορτή του Αγίου Μιχαήλ του χρόνου και θα πληρώσω τα έξοδα στους Βενετούς, και θα σας δώσω ό, τι χρειάζεται, μέχρι το Πάσχα. Και μέσα σ΄ αυτό το διάστημα θα έχω κάνει έτσι με την χώρα μου, που και να μην γίνεται να την ξαναχάσω, και τις συμφωνίες μου μαζί σας να κρατήσω. γιατί θα έχω πάρει τα χρήματα που θα μου έρθουν από την χώρα μου και θα έχω ετοιμάσει στόλο για να έρθω μαζί σας ή για να τον στείλω, έτσι όπως σας έχω υποσχεθεί. Και τότε θα ΄χετε το καλοκαίρι από την αρχή μέχρι το τέλος για να κάνετε την εκστρατεία.»[48] Οι σταυροφόροι εδέχθησαν με μεγάλη δυσφορία.
Τον Νοέμβριο του 1203, οι σταυροφόροι λεηλάτησαν τα προάστια της Κωνσταντινουπόλεως και τις ακτές της Προποντίδας για να βρουν εφόδια. Τον Νοέμβριο του 1203, ο Αλέξιος Δ΄ επετέθη σε πόλεις της Θράκης που είχαν μείνει πιστές στον Αλέξιο Γ΄, από την λεηλασία των οποίων εξοικονόμησε κάποια ακόμα χρήματα. Ωστόσο, αγανακτισμένος από τους εκβιασμούς των Λατίνων και φοβούμενος την οργή του λαού, ανακοίνωσε στον Βονιφάτιο ότι δεν μπορούσε ούτε ήθελε να δώσει τα χρήματα που του ζητούσαν. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1203, οι Λατίνοι έστειλαν πρεσβεία στον Αλέξιο Δ΄ με επικεφαλής τον Κόνωνα της Μπετύν, ο οποίος απείλησε ανοικτά τους Έλληνες ότι θα απέσυραν την υποστήριξή τους και ότι θα διεξήγαγαν πόλεμο, στην περίπτωση που δεν υλοποιούσαν όσα είχαν υποσχεθεί[49]. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος σημειώνει ότι: «Πολλοί από τους Έλληνες θεώρησαν αυτήν την πρόσκληση πολύ περίεργη και θρασύτατη και είπανε πως ποτέ κανείς δεν στάθηκε θαρραλέος ώστε να τολμήσει να προκαλέσει τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης μέσα στα διαμερίσματά του. Πολύς θόρυβος σηκώθηκε εκεί μέσα. και οι αγγελιοφόροι γύρισαν την πλάτη και πήγαν στην πύλη και ανέβηκαν στα άλογά τους»[50].
Τις επόμενες ημέρες, ο Δάνδολος ζήτησε να δει τον Αλέξιο Δ΄ και συναντήθηκαν στο λιμάνι του Γαλατά. Ο Βενετός Δόγης τον προέτρεψε να πληρώσει όσα όφειλε αλλά, εκείνος, έχοντας αγανακτήσει με τους Σταυροφόρους, απάντησε θυμωμένα ότι δεν μπορούσε, ούτε και ήθελε να δώσει περισσότερα. Τότε, ο Ερρίκος Δάνδολος του μήνυσε: «Αίσχιστον παιδάριον, ημείς από κοπρίας σε ανεστήσαμεν, και ημείς πάλιν θέλομεν σε ρίψει εις την κοπρίαν.»[51]
Εξοργισμένοι οι πολίτες, «το δημώδες της πόλεως» καθώς αναφέρει ο Χωνιάτης, από τις καθημερινές λεηλασίες, καταστροφές κτηρίων και μικροσυμπλοκές με τους Λατίνους, στρέφονταν προς τον Αυτοκράτορα, ζητώντας να ξεκινήσει μαζί τους «πιστοίς ούσι και πατριώταις»[52] και να κινηθούν με τον στρατό κατά των σταυροφόρων. Εκείνος, όμως, αδιαφορούσε, καθώς το εύρισκε ως «ασύμφορο»[53]. Ο Αλέξιος Δούκας εκινήθη αυτοβούλως να το πράξει[54]. Στις 1 Δεκεμβρίου 1203, συγκρούστηκε με τους Λατίνους στην τοποθεσία Τρυπητός Λίθος, αρχικά νικώντας τους, αλλά μετά από λίγη ώρα, το άλογό του γλίστρησε και ο ίδιος έπεσε και κινδύνευσε να αιχμαλωτισθεί. Κανείς από τους Διοικητές δεν τον βοήθησε, γιατί είχαν διαταχθεί από τον Αυτοκράτορα[55]. Τελικά, διεσώθη, διότι «τοξότις νεολαία της πόλεως τα δυνατά παρατυχούσα επήμυνε»[56]] (δηλαδή μια ομάδα νεαρών τοξοτών τον υπερασπίστηκε). Παρόμοιο γεγονός συνέβη και στις 27 Δεκεμβρίου 1203[57]. Κατόπιν, ο Αλέξιος Δούκας επεχείρησε να πυρπολήσει τον βενετικό στόλο[58], αλλά, λόγω της προνοίας του Δάνδολου, ματαιώθηκε[59]. Στις 9 Ιανουαρίου 1204, έγινε νέα μάχη, την οποία, όμως, απέκρουσε ο Βονιφάτιος[60].
Η ανάρρηση του Αλεξίου Ε΄ Δούκα στον θρόνο
Στις 25 Ιανουαρίου 1204, πραγματοποιήθηκε στην Αγία Σοφία συγκέντρωση του λαού, που είχε απογοητευθεί από την πολιτική των δύο Αυτοκρατόρων. Απευθυνόταν στους επίσης συγκεντρωμένους εκεί, «την Σύγκλητον, την των αρχιερέων ομήγυριν και τους του βήματος λογίμους»[61], οι οποίοι «ηναγκάζοντο συνελθείν εκείσε και συνδιασκέψασθαί σφισι περί του άρξαντος.»[62] Στις 28 Ιανουαρίου 1204, μετά από ένα χαώδες τριήμερο αναρχίας, o όχλος ανακήρυξε Αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία τον Νικόλαο Καναβό, ο οποίος ήταν «τὸ ήθος μειλίχῳ και δεξιώ την γνώμην καὶ στρατηγικώ τὰ πολέμια»[63], δεν ήθελε, όμως, να ενθρονισθεί και επιπλέον, δεν ανεγνωρίσθη επισήμως από τον Πατριάρχη, την αριστοκρατία και την Σύγκλητο.
Ο Αλέξιος Δ΄, που είχε οχυρωθεί μαζί με τον πατέρα του στον Παλάτιο των Βλαχερνών, ανέθεσε στους στενούς του συνεργάτες και στον Αλέξιο Δούκα να επικοινωνήσουν με τους σταυροφόρους και να ζητήσουν την βοήθειά τους για να επέμβουν και να τους σώσουν. Εκείνος, όμως, δεν εκτέλεσε την διαταγή του, αλλά, με την βοήθεια του ευνούχου, που ήταν υπεύθυνος για το θησαυροφυλάκιο[64], δωροδόκησε τους Βαράγγους σωματοφύλακες. Την νύχτα της 28ης προς 29ης Ιανουαρίου 1204, ανήγγειλε στον Αλέξιο Δ΄ και τον πατέρα του ότι οι συγγενείς του, ο λαός και οι Βαράγγοι βρίσκονταν έξω από τις πόρτες και ζητούσαν να τους φονεύσουν[65], λόγω της φιλίας και της εξαρτήσεώς τους από τους σταυροφόρους[66]. Τους πήρε μαζί του με το πρόσχημα ότι θα τους σώσει, αλλά τους έκλεισε στην φυλακή. Αμέσως μετά, ενεδύθη τα αυτοκρατορικά ενδύματα και ανεκηρύχθη Αυτοκράτωρ[67].
Σχετικώς με την στάση των σταυροφόρων, ο Runciman αναφέρει: «Η ανακτορική επανάσταση υπήρξε άμεση πρόκληση κατά των σταυροφόρων. Οι Βενετοί από καιρό τους παρακινούσαν να εφαρμόσουν τη μόνη αποτελεσματική λύση που κατά τη γνώμη τους ήταν λογική, δηλαδή να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη εξ εφόδου και να εγκαταστήσουν εκεί ένα Δυτικό ως Αυτοκράτορα.»[68]
Συνεχίστε την ανάγνωση του άρθρου στη σελίδα Ο Αλέξιος Ε΄ Δούκας ο Μούρτζουφλος [1140 – 1204] και η εκ Λατίνων Άλωση της Πόλης [13 Απριλίου 1204] | Ευαγγελία Κ. Λάππα (evaggelialappa.gr)
Discover more from
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
