Η Μάχη των Βασιλικών και η σημασία της για την Άλωση της Τριπολιτσάς

Γράφει ο Τάσος Κεχαγιάς

Το καλοκαίρι του 1821 η Πολιορκία της τουρκοκρατούμενης Τριπολιτσάς ήταν σε πλήρη εξέλιξη, και ο ελληνικός κλοιός έσφιγγε διαρκώς γύρω της: Η Μάχη του Λεβιδίου τον Απρίλιο, οι Μάχες του Βαλτετσίου και των Δολιανών-Βερβαίνων τον Μάιο, μαζί με τη Μάχη της Γράνας τον Αύγουστο είχαν περιορίσει τους Τούρκους στα στενά όρια της πόλης. Ο Γέρος του Μοριά, με την ευρύτατη στρατηγική ματιά του, είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς τον καίριο ρόλο που θα διαδραμάτιζαν στην εξέλιξη του Αγώνα τα περάσματα της Στερεάς Ελλάδας προς την Πελοπόννησο, συγκεκριμένα τα Μεγάλα Δερβένια της Πάρνηθος και οι διαβάσεις του Ισθμού της Κορίνθου, τα οποία και έσπευσε να ασφαλίσει ενόψει της καθόδου μεγάλων τουρκικών στρατιών που θα απειλούσαν να καταπνίξουν την Επανάσταση στην απαρχή της.

Έτσι, από τον Ιούνιο του 1821, είχε διατάξει την αποστολή πελοποννησιακών στρατευμάτων υπό τους Νικηταρά, Ηλία και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, Ηλία Σαλαφατίνο, και Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο προς ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην αντιπαράθεση του με τις ορδές των Κιοσέ Μεχμέτ και Ομέρ Βρυώνη που βάδιζαν προς τον Νότο με σκοπό να σπάσουν την ελληνική πίεση γύρω από την Τρίπολη. Τα τολμηρά στρατιωτικά αποσπάσματα που συγκροτήθηκαν, με Μοραΐτες και Ρουμελιώτες, επιδόθηκαν σε έναν επίμονο αγώνα φθοράς και επιβράδυνσης των αριθμητικά πολύ υπέρτερων εχθρών στο έδαφος της Βοιωτίας, αποθαρρύνοντας την κάθοδό αυτών στον Μοριά και κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο για τους Έλληνες πολιορκητές της Τριπολιτσάς. Εναπόκειτο όμως τελικά στους Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγούς το να οργανώσουν τις δυνάμεις τους και να συντονίσουν τη δράση τους ώστε να αποφευχθεί οριστικά η άφιξη οθωμανικών στρατευμάτων προς επικουρία του πολιορκούμενου κέντρου των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Αυτούς τους γενναίους (και συχνά ξεχασμένους) Άνδρες που νίκησαν στη Μάχη των Βασιλικών της Φθιώτιδας, στις 26 Αυγούστου του 1821, «σφραγίζοντας» την τύχη της Τριπολιτσάς, την Άλωση της οποίας εορτάζουμε σήμερα, νιώθει ως χρέος να τιμήσει εδώ ο γράφων.

Προς υποστήριξη λοιπόν των Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ οι οποίοι, έκπληκτοι και επιφυλακτικοί μετά από την απρόσμενη αντίσταση που συνάντησαν στη Βοιωτία, παρέμεναν άπρακτοι στη Θήβα χωρίς να ρισκάρουν να συνεχίσουν την πορεία τους προς την Πελοπόννησο, στέλνεται ο Μπεϊράν Πασάς διοικώντας 8000 άνδρες και διαθέτοντας ιππικό και πυροβολικό. Απέναντί τους παρατάσσονται τα στρατιωτικά σώματα των Ιωάννη Δυοβουνιώτη, Ιωάννη Γκούρα, και Πανουργιά. Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης ήταν ο γηραιός «Νέστορας» του Κλεφταρματολισμού στην περιοχή της Στερεάς, 64 χρονών τότε, ένας σεβάσμιος πολεμιστής του οποίου ο λόγος είχε πάντα βαρύνουσα σημασία. Ο Ιωάννης Γκούρας, γνωστός για τον δυναμισμό του, ήταν το πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ενώ ο Πανουργιάς ήταν ο διορατικός και οξύνους οπλαρχηγός με την πάντα ψύχραιμη ματιά. Την τριάδα των επικεφαλής πλαισίωναν οι καπεταναίοι Γεώργιος Δυοβουνιώτης (γιος του Ιωάννη Δυοβουνιώτη), ο Νάκος Πανουργιάς (γιος του Πανουργιά), ο Αντώνιος Κοντοσόπουλος (παλιός συμπολεμιστής του Αθανασίου Διάκου), ο Κωνσταντής Καλύβας, ο κληρικός Παπά-Ανδρέας Μώρης, ο Κωνσταντίνος Μπίτης, ο Ιωάννης Ρούκης, και ο Κομνάς Τράκας. Οι ελληνικές δυνάμεις ανέρχονταν στους περίπου 1600 μάχιμους.

Η αφετηρία του Μπεϊράν Πασά ήταν η Λαμία (τότε Ζητούνι), και δύο ήταν οι κύριοι δρόμοι που αυτός θα μπορούσε να ακολουθήσει ώστε να διέλθει το όρος Καλλίδρομο και να κατευθυνθεί νότια: Πρώτο ήταν το πέρασμα με την ονομασία «Φοντάνα», συντομότερο αλλά κατά τόπους δασώδες και δύσβατο, και δεύτερο ήταν το μακρύτερα κείμενο αλλά ηπιότερο πέρασμα των «Βασιλικών». Ο αριθμός των Ελλήνων αγωνιστών δεν αρκούσε για την αποτελεσματική φύλαξη και των δύο ατραπών, και οι απόψεις των οπλαρχηγών διίσταντο για το ποια από τις δύο θα έπρεπε να υπερασπίσουν. Όλοι όμως στο τέλος σεβάστηκαν την άποψη του Γερο-Δυοβουνιώτη που διέβλεψε ορθά ότι οι Τούρκοι θα προτιμούσαν τη διέλευση από τα πιο βατά Βασιλικά. Έτσι, η πλειοψηφία των Ελλήνων έλαβε θέσεις μάχης εκεί, ενώ στη Φοντάνα εγκαταστάθηκε μια συμβολική δύναμη 200 πολεμιστών κυρίως σε ρόλο παρατήρησης των εχθρικών κινήσεων.

Ο προσεκτικός Μπεϊράν Πασάς αρχικά διερεύνησε και τα δύο περάσματα αποστέλλοντας ανιχνευτές, οι οποίοι όμως αιφνιδιάστηκαν από τους Επαναστάτες και τράπηκαν σε φυγή με σοβαρές απώλειες και χωρίς να είναι σε θέση να δώσουν σαφή αναφορά επί της ελληνικής διάταξης. Αποφάσισε τότε να μη χρονοτριβήσει άλλο και να κινηθεί προς τα Βασιλικά. Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν σφοδρή και αμφίρροπη για αρκετή ώρα, αλλά φαινόταν ως θέμα χρόνου να υπερισχύσουν οι πολυπληθείς Τούρκοι. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο Γκούρας αναδεικνύεται στον πρωταγωνιστή της ημέρας και ως χρυσή εφεδρεία ρίχνεται με στους συμπολεμιστές του ορμητικά στην καρδιά της μάχης. Συγχρόνως καταφθάνουν στα Βασιλικά και οι φρουροί της Φοντάνας οδηγημένοι εκεί από τον κρότο των τουρκικών κανονιών. Την πλάστιγγα για την ελληνική παράταξη έγειρε τελικά και η άφιξη των Λειβαδιωτών αγωνιστών Ιωάννη Λάππα, Βασιλείου Μπούσγου, και Μήτρου Τριανταφυλλίνα. Η ενέδρα στα Βασιλικά είχε πετύχει, και οι Τούρκοι αποσβολωμένοι από την τακτική συγκρότηση και τη μαχητική ικανότητα των Ελλήνων διαπιστώνουν ότι θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο το να επιμείνουν στο σχέδιο τους για διάβαση των Βασιλικών. Γι’ αυτό αποφασίζουν να αποτραβηχτούν με συνέπεια να χάσουν τη συνοχή τους και να προκληθεί χάος στις τάξεις τους. Ο Γκούρας, δείχνοντας κλάση μεγάλου οπλαρχηγού, πλήττει τους Τούρκους από διάφορες κατευθύνσεις κατατροπώνοντάς τους και αναγκάζοντάς τους να διαφύγουν κακήν κακώς αφήνοντας εξοπλισμό και λάφυρα στο πεδίο της μάχης. Μάλιστα, ο Γκούρας σκότωσε ιδιοχείρως και έναν από τους αρχηγούς των Τούρκων, τον Μεμίς Πασά, με την παράδοση να θέλει το δεξί του χέρι να αχρηστεύεται στο τέλος της μάχης εξαιτίας της έντασης των χτυπημάτων του σπαθιού του.

Η συντριβή των Οθωμανών ήταν τεράστια. Η αρμόζουσα εκδίκηση για τον χαμό του εξαιρετικού Αθανασίου Διάκου λίγους μήνες πριν, στην Αλαμάνα, όχι μακριά από τα Βασιλικά. Υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο των δυνάμεων του Μπεϊράν Πασά βγήκε εκτός μάχης (οι Τούρκοι είχαν περί τους 800 νεκρούς, 1500 τραυματίες, και 200 αιχμαλώτους σε αντίθεση με τις λίγες δεκάδες ελληνικές απώλειες) ενώ ο ίδιος ο Μπεϊράν -εκτός όλων των άλλων- βίωσε και την προσωπική απώλεια του γιου του σε αυτή τη σύγκρουση. Ήταν η τελευταία φορά που ακούστηκε το όνομα του συγκεκριμένου Τούρκου αξιωματούχου ο οποίος λίγες ημέρες αργότερα είτε αυτοκτόνησε είτε -το πιθανότερο- εκτελέστηκε από τον Σουλτάνο. Και το σημαντικότερο όλων: Η πολυπόθητη στρατιωτική βοήθεια στην οποία βασίζονταν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς δεν έφτασε ποτέ με αποτέλεσμα η Άλωση αυτής να καταστεί αναπόφευκτη, λιγότερο από έναν μήνα μετά, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821, και έτσι η Επανάσταση να αποκτήσει ισχυρή βάση στη Νότια Ελλάδα. Σε αντίθετη περίπτωση, οι ενωμένες δυνάμεις των Μπεϊράν Πασά, Κιοσέ Μεχμέτ, και Ομέρ Βρυώνη είναι σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα περνούσαν τον Ισθμό, η πολιορκία της Τριπολιτσάς θα λυνόταν, και η Πελοπόννησος θα βίωνε έναν χρόνο νωρίτερα αυτά που συνέβησαν με την εκστρατεία του Δράμαλη το καλοκαίρι του 1822: Δηλαδή τον απόλυτο πανικό, το χάος, τη διάλυση, με τον Κολοκοτρώνη και την παράταξή του να προσπαθεί απεγνωσμένα να διασώσει την Επανάσταση.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, το Λιοντάρι της Ρούμελης, δεν πρόλαβε να εμπλακεί στη Μάχη των Βασιλικών λόγω κακοκαιρίας. Έφτασε την επόμενη μέρα, επιθεώρησε την τοποθεσία της σύρραξης και δήλωσε εντυπωσιασμένος από την έκβαση αυτής συγχαίροντας τους συντελεστές του θριάμβου. Ο θρύλος βέβαια υποστηρίζει ότι ο Ανδρούτσος είχε μια «έμμεση» συμμετοχή στη μάχη: Πάνω σε μια οριακή στιγμή των εχθροπραξιών λέγεται ότι ο Ιωάννης Γκούρας έκανε ένα στρατιωτικό τέχνασμα κραυγάζοντας τη φράση «Επάνω τους παιδιά, έρχεται ο Καπετάνιος!», εννοώντας τον Ανδρούτσο. Και μόνο το άκουσμα του ονόματος του μεγάλου Ήρωα ήταν κάτι που ενεθάρρυνε άμεσα τους Έλληνες ενώ πανικόβαλε περαιτέρω τους Τούρκους.

Η Μάχη των Βασιλικών ήταν η μέχρι τότε μεγαλύτερη στρατιωτική επιτυχία των Ελλήνων στη Στερεά Ελλάδα. Μόνο η Έξοδος του Μεσολογγίου και η Μάχη της Αράχωβας τελικά την υπερέβησαν σε αξία. Είναι όμως δύσκολο να αποφύγει κάποιος και τη μελαγχολική σκέψη του πόσα περισσότερα θα είχε κατορθώσει η Επανάσταση εάν οι Ελληνικές Δυνάμεις κατάφερναν να διατηρήσουν την ενότητα και την ομοψυχία τους καθ’ όλη τη διάρκεια Αυτής. Δεν γίνεται δηλαδή να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι ήταν ο Γκούρας, ο έμπιστος και ο «εξ απορρήτων» του Ανδρούτσου αυτός που κατά τις εμφύλιες διαμάχες συνέλαβε, φυλάκισε, και εν πολλοίς ευθύνεται για τη δολοφονία του πάλαι ποτέ αρχηγού και επιστηθίου φίλου του. Βέβαια, η τελική «κάθαρση» για τον Γκούρα ήρθε με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν μέσω του οποίου βρήκε και τη δική του εξιλέωση ο Παπαφλέσσας: Με τη θυσία του δηλαδή στην πολιορκία της Ακροπόλεως, όπου έπεσε μαχόμενος την 30η Σεπτεμβρίου του 1826 υπερασπιζόμενος ως φρούραρχος τον Ιερό Βράχο ενάντια στα στίφη του Κιουταχή. Δεν πρέπει λοιπόν να στερήσουμε από τον Γκούρα τις δάφνες των Βασιλικών, και να μην αναγνωρίσουμε τη συνολική προσφορά του στην Εθνεγερσία. Ας είναι αιωνία η μνήμη και όλων των άλλων Στερεοελλαδιτών ηρώων της Μάχης των Βασιλικών που, έχοντας επίγνωση του ενιαίου και του αδιαίρετου του Ελληνικού Έθνους, προσέφεραν τα μέγιστα στον κοινό και ιερό σκοπό της Ελευθερίας της Πατρίδας συντελώντας καθοριστικά στα πολεμικά κατορθώματα των Αδερφών τους στην Πελοπόννησο.

Απάντηση