Η Χριστίνα Παυλίδου απαγγέλει τη “Χιώτισσα” του Βασίλη Μιχαηλίδη

Η Χριστίνα Παυλίδου (μητέρα του Αγίου Παισίου στην ομώνυμη σειρά) απαγγέλει το ποίημα “Χιώτισσα εν Λεμεσό 1821” που έγραψε ο Βασίλης Μιχαηλίδης για την Καταστροφή της Χίου (διαβάστε ολόκληρο το ποίημα στο τέλος).


αναδημοσιεύουμε από το cyprusgreece2021.com:

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σφαγής στη Χίο, το 1822, πολλές Χιώτισσες βρέθηκαν σκλάβες στα σπίτια των Τούρκων πασάδων σε ολόκληρη την επικράτεια. Μία από αυτές, σύμφωνα με την ποίηση και την παράδοση, ήταν και η ωραία Ελένη, η οποία φυλακίστηκε στο χαρέμι ενός μπέη στην Κύπρο.

Όπως περιγράφει ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημα του «Ελένη η Χιώτισσα» ήταν ημέρα Τρίτη, όταν η Ελένη και η οικογένειά της βρέθηκαν κλειδωμένοι στο σπίτι προσπαθώντας να αποφύγουν τον «φόβο του μαχαιριού». Δεν τα κατάφεραν όμως. Μία ομάδα αγριεμένων Τούρκων έριξε την πόρτα, μπήκε στο σπίτι και πυροβόλησε τον αδελφό της Ελένης ο οποίος έκανε τα πάντα για να σώσει την οικογένειά του. Σχεδόν γυμνή και έτοιμη να πεθάνει από ντροπή η Ελένη προσπάθησε να κρυφτεί μέσα στα δέντρα, με μάτια σαν «αστραπή». Την βρήκαν όμως οι Τούρκοι, την άρπαξαν κι αποφάσισαν να την πουλήσουν σε κάποιο Τούρκο μπέη για το χαρέμι του.

Στο νέο της «σπίτι» τα πάντα ήταν ξένα. Μην αντέχοντας τη σκλαβιά η θαρραλέα Χιώτισσα προσπάθησε να σκοτώσει τον μπέη με μία τσάπα, όμως δεν πρόλαβε αφού την χτύπησε πρώτος εκείνος και την έριξε στη νέα της «σπηλιά». Όταν ξύπνησε η Ελένη τα πάντα ήταν τούρκικα. Της είχαν βγάλει τον σταυρό που είχε στο λαιμό και την είχαν ήδη ντύσει με οθωμανική φορεσιά. Πλέον είχε γίνει χανούμισσα στο χαρέμι του πλούσιου Τούρκου:

Τζιαι πκιοι κορούλλα μου σε τουρτζιέψαν
Τζιαι ποιοί σου ‘κάμαν τούντο κακόν;
Γονιούς δεν είσιες, δεν σε γυρέψαν;
Μάγκου δεν είσιες μακροδικόν;

Τη σκλαβιά δεν ήθελε να την αποδεχτεί. Μια μέρα κατάφερε να δραπετεύσει από την τουρκική αυλή και βρέθηκε στην εκκλησία της Αγίας Νάπας, στη Λεμεσό. Μια Τουρκάλα όμως κατάλαβε την ομορφιά της και την ηλικία της. Η Ελένη ξέσπασε σε κλάματα, άρχισε να εξιστορεί τα δεινά της ζωής της και συγκίνησε τη γυναίκα. Ο Τούρκος μπέης βάλθηκε να την εντοπίσει, αλλά η Ελένη γρήγορα θα σάλπαρε προς την ελευθερία, καθώς φάνηκε στον ορίζοντα, σύμφωνα με το ποίημα, το καράβι με τον αδελφό της.

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης αναφέρει σε εισαγωγικό σημείωμα του ποιήματος του στην έκδοση των Ποιημάτων του 1911 (Κυριάκος Ιωάννου:2018):

Όταν ερωτούσα τους παλαιούς γέροντας διά τα εν Κύπρω συμβάντα του Εικοσιένα, ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Κύζας μου είπε: «Δεν γνωρίζω πολλά πράγματα· γνωρίζω μόνον ότι εδώ εις την Λεμεσόν έφεραν οι Τούρκοι Χιώτισσες κι επουλούσαν, ένας δε μπέης εξακουστός πλούσιος έφερε μίαν Χιώτισσαν και εκάθετουν εις το σπίτι της Μαρουδίτσας, εις το οποίον κάθεται σήμερον ο κ. Τρύφων Ηλιάδης, και κατόπιν ήλθεν ο αδελφός της με το καράβι και την έκλεψε κρυφά και έφυγεν». Επί των λόγων τούτων λοιπόν βασιζόμενος έκαμα το ποίημα αυτό.

Αναφέρει ο Γλαύκος Αλιθέρσης για το ποίημα: Η Χιώτισσα αποτελεί ένα είδος μπαλάντας επικολυρικό και τούτο το ποίημα, μουσικότατο και μορφικά τελειότερό του. […]Οι περιγραφές της σπιτικής απλής ζωής και χαράς είναι από τα πιο σπάνια ευρήματα, που σ’ αυτά δειχνόταν η δύναμή του. Έξαφνα σα διηγέται η κόρη, τη μέρα της καταστροφής: Τι μοναδική αφέλεια! Η όμορφη κόρη με το λυγερό της κορμί, το αδρά μεστωμένο στην τέλειά του άνθηση, το ερύθημα της παρθενικής αιδώς κι ο ιδρώτας, που ξάναβε πιο πολύ τη χτηνοωδικήγ επιθυμία του διώχτη της. Το νερό που τρέχει στ’ αυλάκια με τις λεύκες· και τα πολυτρίχια, που κάθε λίγο στάλωναν το νερό, στο πείσμα της δουλεύτρας. Η εικόνα της καλής νοικοκυράς της γρήγορης κι άξιας, που, απασχολημένη στου σπιτιού τις δουλειές, βιάζεται κιόλας να ζυμώσει, αυτά όλα καθώς διαβάζουμε τους μουσικούς στίχους του, περνούνε σαν όραμα μουσικό μπρος στα μάτια μας.


Ολόκληρο το ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη:

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Ανταν εκόψαν τους δεσποτάδες
Μες τζιν’ τα βάσανα τα πολλά
Που ‘ρταν καμπόσοι αρναουτάες
Στην Λεμεσόν με τον Χατζαλλά.
Τζ’ είχαν τον μαύρο Χάρο μιτά τους
Τζι’ ο κόσμος έτρεμεν τ’ άρματά τους
Που ‘τουν οι τόποι νεκατσιασμένοι
Κάθε καντούνι τζιαι μαχαλλάς
Τζ’ ήτουν στα σπίθκια τους τρυπωμένοι
Που τα σουρούπια του φου οι λας.
Πάνω στην βράση τζιν’ του θανάτου
Εις της Αγιάνναπας την μερκάν
Τα ‘λλιοβουττήματα ‘νου Σαββάτου
Πόξω μιας πόρτας είσιεν μιαν ρκαν.
Θκιακονητήναν τζι’ επαρακάλεν
Με την βραγνήν της φωνήν τζι’ ελάλεν.

ΓΡΙΑ:

Κάμε τζυρά μου το ψυσικόν σου
Τζι’ εμέν τ’ ανύμπορου του μιστού
Να σου χαρίννει ο Θεός το φως σου
Τζι’ ας εν για τ’ όνομα του Χριστού.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Εφτίς αννοίει τζιαι ποσιεπάζει
Πο’ ναν πορτίν του παναθυρκού
Που πανωθκιόν της τζι’ αναστενάζει
Ζιαν την ατζιέλισσαν μια Τούρκου.
Θωρεί την ρκαν τζιαι πάλε θωρεί την
Τζιαι με το νέψιμον της καλλιεί την
Η ρκα εβώβοσεν στην θωρκάν της
Τζι’ εν είπεν λόον ποτζει τζιαι τζει
Γιατ’ είδεν άρπα την ομορκιάν της
Τζι’ εστάθην τζι’ έμεινεν ξιστιτζή.
Αναστενάζ’ η Τούρκου π’αππέσω
Τζι’ είπεν περίλυπη σιανά

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Βουράτε σκλάβες φέρτε την έσσω
Τούντην ρωμαίισσαν που θκιακονά.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Τζι’ εφτίς οι σκλάβες με την χαράν τους
Βουρούν τζι’ εφέραν την στην τζυράν τους
Ότι τζι’ εστράφησαν τζι’ εσταθήκαν
Τζι’ εκαρτερούσασιν να τους πει
Μ’ έναν της νέψιμον εχαθήκαν
Άψαν τζι’ εσβήσασιν σιαν ‘στραπή.
Πριχού ν’ αρτζιέψει να πει το πειν της
Η πληξημιά η Τουρκού στην ρκαν
Το κλάμαν έπνιξεν την φωνήν της
Τζιαι πκιον δεν είσιεν παρηορκάν.
Αννοι’ η ρκα τζιαι παρηορά την
Τζι’ ούλα την μάναν της αρωτά την.

ΓΡΙΑ:

Ίντα σιεις κόρη μου πικραμένη
Τζι’ έσιεις τα μμάθκια σου ποταμούς;
Πε μου τζιαι μεν πεις πως είμαι ξένη
Δεν έσιει πλάσμαν δίχα καμούς.
Μες τούντον κόσμον κόρη μου ζιούμεν
Τζι’ έχουμεν ούλλοι μας το γραφτόν
Που την βουλήν του Θεού να φκούμεν
Δεν είναι κόρη μου βουλετόν.
Έχουμεν ούλλοι δικούς θαμμένους
Ο Χάρος ποιούς δεν έσιει καμμένους;
Η πλήξη πο’ ‘παθεν η καρκιά σου
Σφάζει τζιαι Τούρκον τζιαι Γρισκιανόν
Θέλω να μείνω κόμα μιτά σου
Τζι’ ας πα να χάσω τον ‘σπερινό.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Περίτου άψασιν τα λαμπρά της
Περίτουη πλήξη την συμπουρκά
Περίτου έκρουσεν η καρκιά της
Απου τα λόγια που ‘πεν η ρκα.
Τζιαι σαν αρνάδα νεροκαμμένη
Ππέφτει στο στήθος της ρκας κλαμένη
Τζι’ αρτζιέφκει φίλημαν του σταυρού της
Τζι’ η σκοτωμένη της η φωνή
Κρυφή εξέβιτζιεν του λαιμού της

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Αχ είμαι θκιούλλα μου Γρισκιανή

ΓΡΙΑ:

Πάψε τα δάρκα σου πκιον κανεί σε
Πάνω στες βούτσιες σου να τζιλούν
Τζιαι πε μου κόρη μου πόθθεν είσαι
Τζιαι τ’ όνομά σου πώς το λαλούν;

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Από την Χιον την ματζελλεμένη
Τζιαι τ’ όνομά μου λαλούν μ’ Ελένη.

ΓΡΙΑ:

Τζιαι πκιοι κορούλλα μου σε τουρτζιέψαν
Τζιαι ποιοί σου ‘κάμαν τούντο κακόν;
Γονιούς δεν είσιες, δεν σε γυρέψαν;
Μάγκου δεν είσιες μακροδικόν;

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Τζιαι που εν τζίνος ο νους α θκειούλλα,
Τζιαι τζίν’ η όρεξη τζι’ η ζωή
Τζιαι που εν τζίν’ η γερή καρτούλλα
Πον να τα πει τζιαι να μεν ραεί;
Θωρώ νεκρούς κόμα ομπροστά μου
Τζι’ εν ο βασμός κόμα μες τ’ αφκιά μου
Ήτουν της σόρτας μου θκεια τζαι ‘μέναν
Να δω την Χίον μου ματζιελλιόν
Να ππέσω δίχως γονιούς στα ξένα
Τζιαι να με τρώει το νεκαλιόν.
Πάσκισε θκειούλλα μου να γλιτώσω
Τζι’ ούλα να χτίζεις μιαν εκκλησιάν.

ΓΡΙΑ:

Μπορώ το γαίμαν μου να σιωνόσω
Μα δεν σ’ αφήννω μες την Τουρτζιάν.
Μπορώ τον κόσμον να τον χαλάσω
Για να ‘βρω τρόπον να σε ποσπάσω.

ΧΙΩΤΙΣΣΑ:

Ννα θκιο γρουσά ν’ άψεις θκιο λαμπάδες
Στην Παναγίαν τζι’ εις τον Χριστόν
Κάμε παράκλησην με παπάες
Να βοηθήσουν να ποσπαστώ.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Ήρτεν η Πέφτη τζιαι πριν συγράσει
Τριβιτζιασμέν’ η Τουρκού σιηφτή
Θωρεί π’αππέσω που το καφάσιν
Τζι’η ρκα χαρούμενη τζιαι φκιαστή.
Έρκετουν έσσω της σκομαχόντα
Πέμπει τες σκλάβες εφτίς βουρόντα
Τζιαι παν τζιαι ‘φέραν της την, κοντά της
Τζι’ είδαν την τζι’ ένεψεν την τζυράν
Τζι’ εφτίς εφίασιν π’ ομπροστά της
Τζι’ αρτζιέφκ’ η ρκα γεμάτη χαρά.

ΓΡΙΑ:

Ήρτεν Ελένη μου ο αρφός σου
Τζι’ εκούτσισα του τα μια χαρά
Τζι’ εσινορτσιάσαμεν τον φεφκόν σου
Τζι’ εν το καράβιν τζιαι καρτερά.
Αύριον να ‘σε συνορτσιασμένη
Να ‘σαι σασμένη περοιπημένη
Τζι’ εν να σου φέρω τζι’ εν να φορήσεις
Ρούχα τους ναύτες μιαν φορισιάν
Να φκεις μιτά μου να μου κλουθήσεις
Εις τον γιαλόν σε μιαν εκκλησιάν.


Ακολουθείστε μας στα Social Media:


Απάντηση